Εγγραφείτε στο Newsletter!!
 
ΑΡΘΡA  >> Διατροφή & Υγεία - Αντιμετώπιση Νόσων μέσω Διατροφής >> Διατροφή για ασθενείς με διαβήτη


img_5459c4cd4d6b1.jpg

Οι δίαιτες, που είναι πλούσιες σε υδατάνθρακες (50-60% του θερμιδικού συνόλου) και έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά οξέα (<10% του θερμιδικού συνόλου) και μειωμένο λιπιδικό σύνολο (<30% του θερμιδικού συνόλου), συνιστώνται ευρέως ως διατροφική αγωγή για ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, οι μελέτες των τελευταίων ετών προσφέρουν νέες πληροφορίες για τις πιθανές ευεργετικές επιδράσεις μιας δίαιτας με πλουσιότερο λιπιδικό σύνολο, προερχόμενο κυρίως από μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, και χαμηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά οξέα, όπως είναι η Μεσογειακή Διατροφή, με το ελαιόλαδο ως κύρια πηγή λιπαρών.

Στοιχεία από ορισμένες μελέτες παρέχουν ενδείξεις ότι, σε σύγκριση με μια διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, η πλούσια σε υδατάνθρακες δίαιτα μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη αύξηση των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων στο αίμα και αντίστοιχη μείωση στα επίπεδα χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας (7,8,16). (Και οι δύο δίαιτες είναι φτωχές σε κορεσμένα λιπαρά). Από την άλλη πλευρά, οι πλούσιες σε μονοακόρεστα δίαιτες επέφεραν σημαντική μείωση των τριγλυκεριδίων στο αίμα κατά τη νηστεία, καθώς και των συγκεντρώσεων χοληστερόλης πολύ χαμηλής πυκνότητας, αύξηση των τιμών χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας και καμία μεταβολή στα επίπεδα χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας. Παράλληλα, οι πλούσιες σε μονοακόρεστα δίαιτες είχαν ως αποτέλεσμα πιο ευνοϊκή ρύθμιση της γλυκαιμίας (3, 4, 7-9, 18, 19, 23, 24). Παρόλα αυτά, υπάρχουν επίσης μελέτες που δείχνουν ότι οι ασθενείς με διαβήτη, που ακολουθούν διατροφή πλούσια σε υδατάνθρακες, μπορεί να μη σημειώσουν αύξηση στα επίπεδα των τριγλυκεριδίων ή της γλυκόζης, αν η διατροφή τους είναι πλούσια σε ίνες (22).

Μια πρόσφατη μεταανάλυση από τον Garg (6) συνόψισε τα αποτελέσματα των διαθέσιμων ως τώρα τυχαιοποιημένων μελετών με ανταλλαγή ομάδων, στις οποίες εφαρμόστηκαν ισοθερμιδικές δίαιτες, με διατήρηση του σωματικού βάρους. Στις μελέτες αυτές έχει γίνει σύγκριση της επίδρασης της διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες και της πλούσιας σε μονοακόρεστα δίαιτας στη θεραπεία των διαβητικών. Τα συμπεράσματα έδειξαν ότι τόσο το λιπιδαιμικό όσο και το γλυκαιμικό προφίλ μπορεί να βελτιωθούν μάλλον με τις πλούσιες σε μονοακόρεστα δίαιτες, παρά με τους τύπους διατροφής που περιέχουν υψηλά επίπεδα υδατανθράκων. Κατά μέσο όρο, ο πρώτος τύπος δίαιτας μειώνει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων στο αίμα κατά τη νηστεία σε ποσοστό 19% και της χοληστερόλης πολύ χαμηλής πυκνότητας κατά 22% και επιφέρει μέτρια αύξηση της χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας, χωρίς να επηρεάζει αρνητικά τις συγκεντρώσεις χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας. Η βελτίωση της γλυκαιμικής ρύθμισης κατά την πλούσια σε μονοακόρεστα διατροφή δεν μπορεί να σχετίζεται με μεταβολή της αντίστασης στην ινσουλίνη, αλλά με τη μείωση του φορτίου υδατανθράκων. Αυτός ο τύπος διατροφής μπορεί επίσης να μειώνει την επιδεκτικότητα στην οξείδωση των σωματιδίων χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας, μειώνοντας κατά αυτό τον τρόπο το αθηρωματογενετικό τους δυναμικό. Χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση της δυνατότητας αυτής της δίαιτας να βελτιώνει την αρτηριακή πίεση. Ως αποτέλεσμα της ανάλυσής του, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πλούσιες σε μονοακόρεστα δίαιτες μπορεί να συμβάλουν στη βελτίωση του λιποπρωτεϊνικού και γλυκαιμικού προφίλ σε ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη (6).

Η Επιτροπή Διατροφής, που υπάγεται στην Συμβουλευτική και Συντονιστική Επιστημονική Επιτροπή της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας, επιβεβαιώνει αυτό το συμπέρασμα, τουλάχιστον όσον αφορά ένα ποσοστό των ασθενών με διαβήτη που έχουν συγκεκριμένο μεταβολικό προφίλ, ιδιαίτερα δε τους ασθενείς που πάσχουν από υπεργλυκεριδαιμία και δε χρειάζονται απώλεια βάρους (1). Περαιτέρω, η δήλωση της επιτροπής τονίζει τη σημασία της εξατομίκευσης του λιπιδικού συνόλου της διατροφικής αγωγής και, κατά συνέπεια, της ποσότητας υδατανθράκων στη δίαιτα. Τόσο το μεταβολικό προφίλ του ασθενούς, όσο και η ανάγκη απώλειας βάρους πρέπει να καθορίζουν τη συνιστώμενη διατροφική αγωγή. Οι διατροφικές προτιμήσεις του ασθενούς πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη.


Αντιμετώπιση της παχυσαρκίας


Το 60-90% περίπου των ασθενών με διαβήτη τύπου 2 είναι παχύσαρκοι (5). Καθώς η παχυσαρκία δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο μόνο στην παθογένεση του διαβήτη τύπου 2, αλλά και σε άλλες επιπλοκές, όπως είναι η δυσλιπιδαιμία, η υπέρταση και η αθηρωματοσκληρωτική αγγειακή νόσος, το κυριότερο διατροφικό μέσο στη θεραπεία των διαβητικών είναι η απώλεια βάρους. Η καλύτερη μέθοδος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, είναι ο συνδυασμός της μερικής μείωσης στη συνολική ημερήσια θερμιδική πρόσληψη (~200-500 kcal), με την αύξηση στην καύση θερμίδων μέσω εντονότερης σωματικής δραστηριότητας (1,5,12). Με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι περιορισμοί ως προς τη λήψη θερμίδων, η Μεσογειακή Διατροφή μπορεί να αποτελέσει μια αξιοσύστατη διατροφική στρατηγική για τη μείωση του βάρους σε παχύσαρκα διαβητικά άτομα.

Ακόμη και μια μέτρια απώλεια βάρους έχει ως αποτέλεσμα σημαντική βελτίωση στην αντίσταση κατά της ινσουλίνης και τον έλεγχο της γλυκαιμίας. Παρατηρείται συχνά μείωση της υπερτριγλυκεριδαιμίας, καθώς και των συγκεντρώσεων χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας, ενώ τα επίπεδα χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας συνήθως αυξάνονται. Η απώλεια βάρους μειώνει επίσης την αρτηριακή πίεση, με συνέπεια οι διαβητικοί με υπέρταση να χρειάζονται ενδεχομένως μειωμένες δόσεις αντιυπερτασικών (5).


Διατροφικές οδηγίες για τη θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη


Οι διεθνείς διατροφικές οδηγίες και αρχές για ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη έχουν αναθεωρηθεί βάσει των σύγχρονων γνώσεων, που αναλύονται παραπάνω, και μπορούν να συνοψισθούν ως εξής (1, 12):

 

  • Λόγω των περιορισμένων επιστημονικών δεδομένων, δεν μπορούν να δοθούν απόλυτες οδηγίες για τη λήψη πρωτεϊνών. Έτσι, το επιθυμητό ποσοστό πρωτεϊνών στη διατροφή εκτιμάται στο 10% με 20% της συνολικής λήψης θερμίδων σε καθημερινή βάση. Αν η κατανάλωση πρωτεϊνών ανέρχεται σε αυτά τα ποσοστά, τότε το 80-90% του υπόλοιπου θερμιδικού συνόλου μένει να μοιραστεί μεταξύ λιπαρών και υδατανθράκων της διατροφής. Λιγότερο από 10% του θερμιδικού συνόλου πρέπει να προέρχεται από κορεσμένα και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, αφήνοντας το υπόλοιπο 60-70% στα μονοακόρεστα και τους υδατάνθρακες. Η κατανομή της λήψης θερμίδων από λιπαρά και υδατάνθρακες μπορεί να ποικίλλει, εξατομικευόμενη ανάλογα με την εκτίμηση της θρέψης, το μεταβολικό προφίλ και τους στόχους της θεραπείας.
  • Η μείωση της κατανάλωσης μονοακόρεστων λιπαρών οξέων και χοληστερόλης αποτελεί σημαντικό στόχο στη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Ως εκ τούτου, τα μονοακόρεστα πρέπει σε κάθε περίπτωση να περιορίζονται σε λιγότερο από 10% των προσλαμβανόμενων θερμίδων και η χοληστερόλη στη διατροφή κάτω από 300 mg ανά ημέρα. Αν τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας αποτελούν πρόβλημα για κάποιο συγκεκριμένο ασθενή, συνιστάται περαιτέρω μείωση των πολυακόρεστων στο 7% του θερμιδικού συνόλου.
  • Αν η παχυσαρκία είναι το κύριο πρόβλημα του ασθενή με διαβήτη και η απώλεια βάρους το ζητούμενο, η μείωση του λιπιδικού συνόλου ίσως αποτελεί τη λύση. Αν η κύρια επιπλοκή στον μεταβολισμό είναι τα αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων και χοληστερόλης πολύ χαμηλής πυκνότητας, η συνιστώμενη διατροφή πρέπει να περιλαμβάνει μετρίως αυξημένη κατανάλωση μονοακόρεστων και μέτρια μόνο πρόσληψη υδατανθράκων. Για διαβητικούς με φυσιολογικό βάρος και επίπεδα λιπιδίων, και οι δύο προσεγγίσεις - η πλούσια σε μονοακόρεστα και η πλούσια σε υδατάνθρακες διατροφή - μπορεί να είναι κατάλληλες. Σε κάθε περίπτωση τροποποίησης του ποσοστού των λιπαρών στη δίαιτα, είναι απαραίτητο να υπάρχει παρακολούθηση του γλυκαιμικού και λιπιδικού προφίλ, καθώς και του σωματικού βάρους, ώστε να αξιολογείται η αποτελεσματικότητα των διατροφικών οδηγιών (1,12).
  • Επιπλέον, πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς με διαβήτη να προτιμούν πλούσιες σε ίνες πηγές σύμπλοκων υδατανθράκων, αντί επεξεργασμένων σακχάρων. Προτείνεται μια ημερήσια κατανάλωση 20-35 gr ινών (διαλυτών και μη διαλυτών), από ένα ευρύ φάσμα διατροφικών πηγών. Η δίαιτα πρέπει να είναι ολοκληρωμένη και να παρέχει επαρκείς ποσότητες όλων των βιταμινών και των μεταλλικών ιχνοστοιχείων, τα οποία πρέπει να προέρχονται από φρούτα, λαχανικά και άλλες φυσικές πηγές (1,12).

--------------------------------------------------------------------------------

Nutri - Care

Λ. Αλεξάνδρας 192β - Αμπελόκηποι

Λ. Ιασωνίδου 54β - Ελληνικό

 

 



Αρθρογράφος: Παπαδοπούλου Αναστασία, Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος

Click here to open the popup

Μην ξαναχάσετε ποτέ τα νέα του Nutri-Care

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας στο παρακάτω πεδίο και επιλέξτε Subscribe
Υποβολή